Φρικηλεξικό:ψαραγορά

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β γ δ ε έ ζ η ή θ ι ί κ λ μ ν ξ ο ό π ρ σ τ υ ύ φ χ ψ ω ώ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko.png



Αναρχικό σήμα.PNG αΝαρχικά:[επεξεργασία]

ετυμολογία[επεξεργασία]

ψαραγορά< μυκόνιαν ψαράγι+άρα<φαράγγι+άρα με chινιήζισιη στο ξ

Οι πρώτες ψαραγορές εμφανίστηκαν στα φαράγγια του Ολύμπου για να πουλήσουν στους ορεβίσιους το πλεόνασμά τους οι ψαράδες, εξ'ού και τ' όνομα.

Πρόθεση εκ προμελέτης[επεξεργασία]

ψαραγορά η :

  1. Χώρος (δρόμος, κτλ.) όπου είναι συγκεντρωμένα καταστήματα που πουλούν ψάρια, ιχθυαγορά, ψαράδικα: Kατέβηκε στην ψαραγορά να βρει φρέσκο και φτηνό ψάρι. Tι ώρα κλείνει η ψαραγορά;
  2. Το μυστικό μέρος που χρησιμοποιεί για τις αλιευτικές του εξορμήσεις ο μέγιστος καμακωτής, ο φόβος και τρόμος των επτά θαλασσών, ο μοναδικός και γνωστός σε όλους ... ΠΣΑΡΟΥΧΑΣ

κλείση[επεξεργασία]

αρσενικό[επεξεργασία]

ψαραγορά

ψαραγορά

ψαραγορά

ψαραγορά

θηλυκό[επεξεργασία]

ψαραγορώ

ψαραγορούς

ψαραγορών

ψαραγοδέ

τρανσέξουαλ[επεξεργασία]

ψσσσαραγοράαααα

ψσσσαραγοράααααςς

ψσσσαραγοράαααα

ΩΩΩΩΩΩΩΩ! ψαραγορά