Φρικηλεξικό:περδόμεντος

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

επίθετο: περδόμεντος α, περδόμεντη θ, περδόμεντο ο

ερμήνευμα: αυτός που κλάνει μέντες, αυτός που φοβάται


Προσοχή ⚠️[επεξεργασία]

να μη συγχέεται με το ουσιαστικό
περδομέντορας: ο διδάσκαλος/μέντορας κλασίματος/πέρδισης/περδοβολίας