Φρικηλεξικό:παλουκάρι

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β γ δ ε έ ζ η ή θ ι ί κ λ μ ν ξ ο ό π ρ σ τ υ ύ φ χ ψ ω ώ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko.png

παλουκάρι -το (ουσ.) συνθ.
Προέρχεται από τις λέξεις παλούκι και παλικάρι (αρχαία: παλληκάρι).
Η λέξη χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον νεαρό ο οποίος είναι και παλικάρι (ρωμαλέος) και έχει αξιοσημείωτα προσόντα (παλούκι).