Φρικηλεξικό:μπονάζω

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β γ δ ε έ ζ η ή θ ι ί κ λ μ ν ξ ο ό π ρ σ τ υ ύ φ χ ψ ω ώ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko.png



Σημαία της ελλάδας.PNG ελλαδικά:[επεξεργασία]

ετυμολογία[επεξεργασία]

μπονάζω<μπόναγμα< jωννικά φώναγμα

Η λέξη προέρχεται από το φώνγμα που έκαναν παλιότερα οι ερωικτοί σύντροφοι, ένδοξο μνημείο του παρελθόντος.

Ουσιαστικοποιημένο ρήμα[επεξεργασία]

Η ακριβής αρχική σημασία της λέξης "μπονάζω" (συνήθως συνοδεύεται απο τις αντωνυμίες τον/την/το) δεν είναι γνωστή. Εικάζεται πως η αρχική χρήση της λέξης ήταν για την περιγραφή της ελαφριάς μα συνεχόμενης μάλαξης των αντρικών γεννητικών οργάνων (τον/την/το μπονάζω-ουσ. το μπόναγμα).

  1. Δε νιώθω τίποτα
  2. Προσπαθώ ξανά
  3. Αναπολώ τη νιότη μου
  4. τα παρατάω
  5. (μεταφορικά) πεθαίνω

Χρόνοι[επεξεργασία]

Παράγωγα[επεξεργασία]

Συνέθετα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

την μπόναζω σιγά σιγά: δήλωση αποχώρησης