Φρικηλεξικό:λεωφορείο

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β γ δ ε έ ζ η ή θ ι ί κ λ μ ν ξ ο ό π ρ σ τ υ ύ φ χ ψ ω ώ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko.png λεωφορείο. το (ουδ.)
μέσο μεταφοράς με υπέρογκο κόστος για τους πολίτες, αλλά εντελώς δωρεάν για τους μετανάστες.