Φρικηλεξικό:επεψωλεύκεσαν

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β γ δ ε έ ζ η ή θ ι ί κ λ μ ν ξ ο ό π ρ σ τ υ ύ φ χ ψ ω ώ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko.png

υπερσυντέλικος του αρχαίου ρήματος: ψολεύω (τον Ενεστώτα δεν τον έχουμε, επειδή είναι χυδαία και ανήθικη λέξη) στο γ' πληθυντικό.

Σύμφωνα με τους αρχαίους σημαίνει: βιάζω κάποιον/ κάποια/ κάτι σε υπερβολικό βαθμό, ώστε διαβρώνεται η πεοκορφή.

ομόρριζες: ξεψωλεύω, ψωλευτήριον