Φρικηλεξικό:σκουληκώνω

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία
Αναθεώρηση ως προς 22:04, 15 Ιουλίου 2021 από τον 2a02:587:4114:20de:e912:fee6:1d53:fb0a (συζήτηση)
(διαφ.) ← Παλαιότερη αναθεώρηση | Τελευταία αναθεώρηση (διαφ.) | Νεότερη αναθεώρηση → (διαφ.)
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρήμα για άντρα που δεν έχει καλή στύση, και δεν καρφώνει βαρβάτα στο σεξ, δεν σείεται σαν αστροπελέκι, αλλά σα σκουληκάκι κάτι ψάχνει δέκα ώρες και κοροϊδεύει για γαμήσι. Πέρασε μα δεν ακούμπησε. Ο αμελητέος. Ο ανύπαρκτος. Ο ρεντίκουλας. Το ασθενικό τίποτα! Ο βιάγκρας. Ο ληγμένος!

Σκουληκώνω,
δε στο χώνω,
σαλιαρίζω,
δε γκαυλώνω.

Κατασπαταλώ το χρόνο.
Το κορίτσι νιώθει μόνο.
Δεν αντέχει πια τον πόνο.

Ο πατσάς της αχρηστίας,
τενεκές της μαλακίας.
Είναι φίδι δίχως ώση,
δεν μπορεί να το σηκώσει.
Αδιανόητο να καρφώσει.

Ούτε για να κατουράει,
παντελόνια τί φοράει;
Δεν αξίζει να το έχει.
Κατουρώντας μόνο βρέχει.

Αν του πέσει μεσ' το δρόμο,
κλάψε και τον ταχυδρόμο.
Θα γλιστρήσει στο σκουπίδι,
και θα γίνει αυτός γαμίδι.