Φρικηλεξικό:δημοψήφισμα

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β γ δ ε έ ζ η ή θ ι ί κ λ μ ν ξ ο ό π ρ σ τ υ ύ φ χ ψ ω ώ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko.png δημοψήφισμα, το - (ουσ.) συνθ.
αυτό που δήλωσε ο Γιώργος Παπανδρέου ότι θα γίνει επηρεασμένος από τα Βριλ και αναστάτωσε όλη την Ευρώπη
ΣΥΝ αρχίδι, εκλογές, ερώτημα
σύνθετο εκ του δήμος + ψηφίζω
[Σημασία (περίπου μία):
1. Το ψήφισμα για απάντηση σε ερωτήσεις περί παστουρμά και λοιπών σοβαρών θεμάτων που ρωτούνται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
1,1. Το ψήφισμα δύο ή περισσοτέρων κομμάτων για την είσοδο της Ελλάδας στην ΜΑ.Σον.& ΣΙΑ
1,11. (είπαμε! περίπου μία σημασία) Το κουρδουμπούλι του Τσακ Νόρις που φωνάζει τον Δήμο για να τον ψηφίσει για μέρος του Νομού]