Φρικηλεξικό:αλεμάο

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β γ δ ε έ ζ η ή θ ι ί κ λ μ ν ξ ο ό π ρ σ τ υ ύ φ χ ψ ω ώ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko.png

Ε·Λ


αλεμάο - (επιθ.) αγν. ετύμ.
χαρακτηρισμός για άτομα που πάσχουν από οτινανισμό
χρησιμοποιείται και σαν επίρρημα, π.χ. τα είπε πολύ αλεμάο
συνώνυνο της έκφρασης "τα λέέμεεεεε..." ή "άντε γειά!", με την έννοια ότι την κάνω με ελαφρά πηδηματάκια, ή παίρνω δρόμο όταν κάτι δε μ'αρέσει. Συνώνυμο επίσης και του "έγινα Αλέκος" κλπ. ΣΥΝ κουκουρούκου

Slang.jpg Η σελίδα αυτή κατάφερε να μεγαλώσει πίνοντας γάλα και ζουλάροντας υλικό από το slang.gr.
Ευχαριστούμε τους διαχειριστές του slang για την άδεια που μας παραχώρησαν, αφού όμως πρώτα τους εκβιάσαμε και τους δείραμε.