Διάκωλος

Από τη Φρικηπαίδεια, την ελεύθερη παρωδία
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Rtrt.PNG Το άρθρο αυτό είναι ένα μάτσο χάλια. Ο συντάκτης του ήταν πιθανότατα κάτω από την επήρεια ουσιών όταν το έγραψε.
Μπορείτε να το βελτιώσετε αλλά ποιός ενδιαφέρεται;

ΠΡΟΣΟΧΗ! ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΤΟΧΕΥΕΙ ΣΤΗΝ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΔΥΣΦΗΜΗΣΗ ΟΠΟΙΑΣΔΗΠΟΤΕ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΑΥΤΟ ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΣΑΚ ΝΟΡΙΣ!

Ο Διάκωλος σας καταριέται όλους!

ο Διάκωλος χαιρετά τους νεκρούς με μια ψαλμωδία

                               

“Αφού δεν τρώγεται, δε με ενδιαφέρει”

- Κωνσταντίνος Καραμανλής για τον Διάκωλο

ΓΕΝΙΚΑ[επεξεργασία]

Ο Διάκωλος, στη σημερινή του μορφή, είναι ένας δαίμονας με δυσκοιλιότητα, ο οποίος αναλαμβάνει να καθαρίζει τα σκατά των άλλων δαιμόνων, αφού στην κόλαση δεν υπάρχουν τουαλέτες (μέρος της τιμωρίας των νεκρών/ ο Διάολος ήθελε να κάνει οικονομία). Τις ώρες που δε δουλεύει του αρέσει να παίζει τρομπέτα (όπως είδατε παραπάνω) και να τηγανίζει αυγά (όπως θα δείτε παρακάτω)

Έτσι γίνονται τα νόστιμα αυγά!

ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ[επεξεργασία]

Ο Διάκωλος είναι πρώτα απ' όλα σκατοκαθαριστής. Αυτό, όμως, δεν του απαγορεύει να έχει και δικαιώματα, τα οποία αναλύονται παρακάτω:

  • Όταν έχει ρεπό, μπορεί να κολυμπάει στη σκατοπισίνα.
  • Μπορεί να καλωσορίζει τους νεκρούς με τη διάσημη "ψαλμωδία" του, όπως αυτός ισχυρίζεται, ονόματι "χέζω όλα τα σάψαλα", με μουσική υπόκρουση από την τρομπέτα του.
  • Μια φορά τον μήνα του επιτρέπεται να κατεβαίνει στη Γη για να καθαρίζει κόπρανα σκύλων και να τρώει κουραδασάν και παξιμάδια.
  • Μπορεί να χύνει μέσα σε μπουκάλια και να τα πουλάει σε μαζόχες που θέλουν να πιουν.
  • Έχει τον τίτλο του Διαολοχέστη.

Ο ΚΛΩΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ[επεξεργασία]

Κάθε χρόνο, στην κόλαση, με νόμο που ψηφίστηκε το 666 π.Φ. (προ Φρικηπαίδειας), ψηφίζεται, σε μια μεγάλη συνεδρίαση όλων των δαιμόνων, την Εκχυσία του Δήμου, ο νέος Διάκωλος. Ύστερα, το αίτημα πρέπει να εγκριθεί από την Αhella (Απέλλα), και μετά όλα είναι μια χαρά. Σε μια τελετή συγκίνησης, ο Διάβολος στεφανώνει τον νέο Διάκωλο με στεφάνι από αποξηραμένα σκατά.